Τα παρατσούκλια αποτελούν ένα αξιοπρόσεκτο κομμάτι της παγκόσμιας κουλτούρας. Στον ελληνικό χώρο, κάθε περιοχή έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Προφανώς, λοιπόν, και κάθε πράγμα έχει τη δική του σημασία.

Επίκτητοι «τίτλοι» ονομασίας –που είναι συνήθως ένα μείγμα αλήθειας και μύθου– συνοδεύουν πολλές από τις περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Στην παρακάτω λίστα φιγουράρουν τα καλύτερα, από πλευράς δημιουργικότητας, τοπωνυμικά παρατσούκλια της Ελλάδας.

Στην τοπική διάλεκτο του Νομού Έβρου, «γκάτζοι» είναι τα γαϊδούρια, εξ’ ου και το παρατσούκλι «γκάτζολοι”» για τους ντόπιους. «Παγανέλια» (περιστέρια) αποκαλούνται οι Κερκυραίοι, εξαιτίας των πολλών περιστεριών που υπάρχουν στις πλατείες της πόλης. Οι Κοζανίτες λέγονται «σιούρδοι», που στα λατινικά (surdus) σημαίνει κουφός. Με αυτό τον τρόπο οι ντόπιοι υποδηλώνουν την τρέλα τους για όλους τους άλλους, όμως, σημαίνει ότι «ποιούνται τη νήσσαν», ότι προσποιούνται δηλαδή πως δεν άκουσαν κάτι, όταν αυτό δεν τους συμφέρει.

Οι Αρκάδες είναι «αβγοζύγηδες», γιατί υποτίθεται ότι πουλούσαν τα αβγά βάσει του μεγέθους τους. «Ψαροκασέλες» είναι οι Καβαλιώτες, από τα ξύλινα κιβώτια, γεμάτα με πάγο, που χρησιμοποιούσαν οι ψαράδες στην τοπική αγορά για να πουλήσουν τα ψάρια τους. «Εν πεινώ, εμ διψώ, εν μποχάλι (μπουκάλι) μπύρα πιω» τραγουδούσαν οι κάτοικοι της Κω, που έμειναν γνωστοί ως «μπόχαλοι».

Οι γνήσιοι Αθηναίοι ονομάζονται «γκάγκαροι» από το βαρύ ξύλο («γκάγκαρο»), που ήταν κρεμασμένο με σκοινί πίσω από τις αυλόπορτες των σπιτιών του παλιού καιρού. Οι Θεσσαλονικείς αυτοαποκαλούνται «καρντάσια», που στα τούρκικα σημαίνει αδέρφια. Το φαινόμενο της παλίρροιας στον πορθμό του Ευρίπου έδωσε το παρατσούκλι «τρελονερίτες» στους Χαλκιδιώτες.

Στην Ήπειρο, εξαιτίας της πληθώρας των σαρδελών στον Αμβρακικό κόλπο, οι Πρεβεζιάνοι υποτίθεται ότι τις έβαζαν σε κλουβιά. Έμειναν γνωστοί, λοιπόν, ως «σαρδελάδες» που δεν είναι καθόλου κακό, ούτε «πικρό», αν αναλογιστεί κάνεις ότι οι Αρτινοί, λόγω των μεγάλων καλλιεργειών εσπεριδοειδών, λέγονται και «νερατζόκωλοι». Κάπως έτσι θα κόλλησε και το παρατσούκλι «ακανέδες» (είδος ντόπιου γλυκίσματος) στους Σερραίους.

«Παγουράδες» είναι οι Γιαννιώτες γιατί, σύμφωνα με τον μύθο, κάθε φορά που το φεγγάρι καθρεπτιζόταν στη λίμνη Παμβώτιδα, έτρεχαν με τα παγούρια για να το μαζέψουν. Από μια παρόμοια ιστορία, οι Μυτιληνιοί είναι γνωστοί ως «γκασμάδες». Ο μύθος λέει πως όταν κατασκευαζόταν το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης όλοι οι κάτοικοι πήγαν να συνδράμουν κρατώντας από έναν κασμά. Φτυάρι, βέβαια, δεν πήρε κανείς…

Στη Θεσσαλία, «σακαφλιάδες» είναι οι Τρικαλινοί. Ο Σακαφλιάς ήταν ένας Δον Ζουάν, που έζησε στην πόλη την εποχή του Μεσοπολέμου. Οι Λαρισαίοι λέγονται «πλατύποδες» ή «τυρόγαλα», λόγω του επίπεδου κάμπου, που δεν βοηθάει στον σχηματισμό καμάρας στο πόδι, και της εκτεταμένης τοπικής κτηνοτροφίας.

Λίγο πιο δίπλα, οι Βολιώτες αποκαλούνται «Αυστριακοί», ένα παρατσούκλι για το οποίο κυκλοφορούν πολλές εκδοχές. Για τους μη Βολιώτες, το παρατσούκλι βγήκε επειδή στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ντόπιοι υποδέχθηκαν με μπάντες και αυστριακές σημαίες ένα εχθρικό αυστριακό πολεμικό πλοίο. Για τους Βολιώτες δείχνει την ευρηματικότητά τους, αφού επί Τουρκοκρατίας χρησιμοποιούσαν την αυστριακή προστασία για να εμπορεύονται και να γλυτώνουν από τους δασμούς.

Αν και σε πολλές περιπτώσεις οι «νονοί» των παραπάνω ονομάτων παραμένουν άγνωστοι, πολλές περιοχές στην αρχή απαρνήθηκαν τα παρατσούκλια τους, αλλά κατόπιν τα υιοθέτησαν και τα έκαναν κτήμα τους.

 

Φωτογραφία: Nia Vardalos and Lainie Kazan in the 2002 movie “My Big Fat Greek Wedding” (IFC Films)