Η αλήθεια είναι ότι οι μετανάστες βρίσκονται για πάντα ανάμεσα σε δυο χώρες – πατρίδες, εναλλάσσοντας συνεχώς αυτήν την οποία εξυψώνουν και εξιδανικεύουν.

Τους τελευταίους μήνες ακούμε και βλέπουμε παντού ανθρώπους, που βρίσκονται ανάμεσα σε δυο πατρίδες, πατώντας με το ένα πόδι στη μια και το άλλο στην άλλη.

Βλέποντάς τους, αυτό που υπερισχύει του φόβου και της αμφιβολίας είναι η συμπόνια. Φαίνεται ότι κατανοούμε τη θέση τους, ίσως λόγω της προϊστορίας των Ελλήνων, αλλά και της ίδιας της περιοχής που ζούμε. Ίσως τελικά να ισχύει αυτή η – λίγο ανυπόστατη επιστημονικά – φράση ότι η προσφυγιά “Έχει γραφτεί στο DNA μας“.

Η αλήθεια είναι ότι οι μετανάστες βρίσκονται για πάντα ανάμεσα σε δυο χώρες – πατρίδες, εναλλάσσοντας συνεχώς αυτήν την οποία εξυψώνουν και εξιδανικεύουν. Είναι ένας περίεργος μηχανισμός, που εμπλέκει τη νοσταλγία, την εξιδανίκευση, τις προσδοκίες και την ελπίδα σε ένα συνονθύλευμα, που κρατάει τον άνθρωπο όρθιο σε αυτή τη δύσκολη διαδικασία. Το είδα στον παππού μου, που ήταν από την Κωνσταντινούπολη, στους γονείς των φίλων μου από την Αλβανία, στους συγγενείς που ζουν στην Αυστραλία, το βλέπω και τώρα.

Για να εγκαταλείψει κάποιος την πατρίδα του, πέρα από την ανάγκη, που γεννάει την επιθυμία του, πρέπει να ελπίζει σε νέες προοπτικές και ευκαιρίες, που θα του προσφέρει το καινούργιο του σπίτι. Γι’ αυτό θα δημιουργήσει μια πλασματική εικόνα ευημερίας, καθώς τα θετικά υπερισχύουν και αντιδιαστέλλονται με τα αρνητικά της πατρίδας του.

Συνήθως μετά από τη μετανάστευση, η εικόνα διαλύεται και στη θέση της αναδύεται μια νοσταλγική, άρα και εξιδανικευμένη, εικόνα της πατρίδας που χάθηκε. Οι δυο εικόνες θα συνεχίζουν να εναλλάσσονται, ανάλογα με τις δυσκολίες και τις ανάγκες, που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι.

 Γιατί οι άνθρωποι αγαπούν και δένονται όχι μόνο με ανθρώπους, αλλά και με τόπους.

 

Φωτογραφία: knightstemplarinternational.com