Το 2014 ήταν αναμφίβολα η χρονιά του, κερδίζοντας το Όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου για την εκπληκτική του ερμηνεία στο «Dallas Buyers Club». Για τον Μακόναχι, όμως, το στοίχημα ήταν πολύ μεγαλύτερο από την κατάκτηση ενός χρυσού αγαλματιδίου, που τον έφερε στη λίστα των πιο περιζήτητων ηθοποιών στον κόσμο, και το κέρδισε κι αυτό. Ήθελε να μπορέσει επιτέλους να «πετάξει» από πάνω του τη «ρετσινιά» του γοητευτικού καουμπόι από το Τέξας, καταφέρνοντας να αναγνωριστεί από κοινό και κριτικούς για το ταλέντο και την επιμονή του.

Την ταινία αυτή την πίστεψε πολύ ο Μακόναχι. Ακόμα και όταν όλοι οι παραγωγοί τού έκλειναν την πόρτα, για 8 ολόκληρα χρόνια, εκείνος επέμενε. Και δικαιώθηκε. Ήξερε ότι αυτή ήταν η μεγάλη του ευκαιρία για να «ανέβει κατηγορία» και να σταματήσει επιτέλους να είναι ο γλυκανάλατος τυπάκος των εμπορικών κομεντί.

Η δεκαετία των 40 λειτούργησε ανανεωτικά για τον Μακόναχι. Σε αυτά τα 5 χρόνια ο Τεξανός ηθοποιός –που διανύει το 46ο έτος της ηλικίας του- άλλαξε άρδην τη ζωή του. Από αμετανόητος εργένης παντρεύτηκε, έκανε τρία παιδιά και αποφάσισε να κάνει στροφή στην καριέρα του. Όπως χαρακτηριστικά είχε επισημάνει ο ίδιος σε συνέντευξή του «στα 20 είσαι επαναστάτης, στα 30 αντιλαμβάνεσαι όλα όσα δεν θες να κάνεις, στα 40 πλέον αποφασίζεις ότι έχει έρθει η ώρα να κυνηγήσεις όλα εκείνα που θέλεις να κάνεις». Η μετάβαση δεν ήταν εύκολη. Για περισσότερους από 6 μήνες ο Μακόναχι άρχισε να απορρίπτει τη μία μετά την άλλη τις προτάσεις, που του γίνονταν, ενώ –όπως έχει πει χαρακτηριστικά- για τον επόμενο χρόνο το τηλέφωνό του δεν χτυπούσε καν. «Το ρίσκο παρέμενε μεγάλο για μένα. Υπήρχε ο κίνδυνος το σύστημα να με αποβάλλει».  

standard.co.uk

Για καλή του τύχη, όμως, η αποχή αυτή λειτούργησε θεραπευτικά για τον Μακόναχι, καθώς πλέον ήταν σε θέση να υποδεχθεί καινούργιες ιδέες, αλλά και να επιτρέψει στους μεγάλους σκηνοθέτες να έρθουν προς αυτόν. Και το κατάφερε. Μεγάλοι κινηματογραφιστές, από τον Στίβεν Σόντεμπεργκ (“Magic Mike”), μέχρι τον Γουίλιαμ Φρίντκιν (“Killer Joe”) και τον Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ (“Bernie”), έδωσαν την ευκαιρία στον Μαθιου Μακόναχι να αποδείξει σε όλους ότι το ωραίο περιτύλιγμα συνοδεύεται και από ένα εξίσου καλό περιεχόμενο.

Το ένστικτο και η επιμονή του τον δικαίωσαν. Ο ένας σημαντικός ρόλος διαδεχόταν τον άλλο. Και μετά την πανηγυρική του βράβευση, στα περσινά Όσκαρ, μια νέα εποχή ξεκίνησε για τον επίμονο και μυστηριώδη Μακόναχι. Μια νέα καριέρα της οποίας –όπως όλα δείχνουν- ο ουρανός είναι το όριο.

Σε ό,τι αφορά στην προσωπική του ζωή, ο Μακόναχι είναι ένας ηθοποιός που απολαμβάνει στο μέγιστο όσα έχει κατακτήσει. «Μου αρέσει να εκμεταλλεύομαι τη φήμη μου. Αν κάποιος υπάλληλος με αναγνωρίσει, ενώ περιμένω σε μια ούρα και μου δώσει προτεραιότητα, δεν θα πω όχι», λέει με ειλικρίνεια. Στο ξεκίνημα της καριέρας του ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί εξίσου καλά την αναγνωρισιμότητά του. «Όταν το 1996, μετά την επιτυχία της ταινίας “Ετυμηγορία”, άρχισα να γίνομαι γνωστός, έφυγα για 20 ημέρες στο Περού. Χρειαζόμουν να πάω κάπου να σκεφτώ και να συνειδητοποιήσω αυτό, που μου συνέβαινε».

Κατά τα άλλα, δηλώνει μοναχικός. «Μου αρέσει να οδηγώ μόνος για ώρες, είναι κάτι που με ηρεμεί, ενώ αυτό που απολαμβάνω, όσο λίγα πράγματα, είναι ένα καλό μπάρμπεκιου», αποκαλύπτει ο –παραλίγο δικηγόρος- Μάθιου Μακόναχι. Ποια είναι η φιλοσοφία της ζωής και της καριέρας του; «Θέλω να είμαι το δυνατό άλογο που θα αντέξει σε μια μεγάλη κούρσα». 

 

 

Φωτογραφίες: ramblingrooby.wordpress.com, standard.co.uk

  • Στο Dallas Buyers Club ο Μακόναχι ήταν απλά συγκλονιστικός. Εξαιρετικό ταλέντο, που μέχρι πριν λίγα χρόνια υποβάθμιζε ίσως τον εαυτό του με κάποιες επιλογές ρόλων.