Οι περισσότεροι έχουν γι’ αυτόν την εικόνα ενός σκληροτράχηλου και πολύ δυναμικού άντρα, επηρεαζόμενοι ίσως από τους ρόλους, που υποδύεται τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, η αλήθεια για τον Λίαμ Νίσον απέχει παρασάγγας.

Παρά το γεγονός ότι μεγάλωσε στη Βόρεια Ιρλανδία σε μια δύσκολη εποχή, δεν έχει μπλέξει ποτέ του σε καυγά, ενώ σε συνεντεύξεις του έχει πολλές φορές επισημάνει ότι λατρεύει να δουλεύει με παιδιά, διαβάζει συνεχώς βιβλία για τον Θεό και πιστεύει πολύ στις καλές πράξεις, όσο μικρές κι αν είναι αυτές, καταρρίπτοντας έτσι την εικόνα του “πολύ σκληρού για να πεθάνει”.

Όπως παραδέχεται “είχα μια υπέροχη ζωή, υπήρξα πολύ τυχερός. Πιστεύω ότι κανείς φτιάχνει μόνος του την τύχη του και σε αυτό με βοήθησε το ότι ποτέ δεν ξέχασα από πού έρχομαι”. Από τις γειτονιές της Βόρειας Ιρλανδίας, ο Νίσον ξεκίνησε να ασχολείται με το μποξ στα 9 του και κατάφερε μάλιστα να γίνει πρωταθλητής στην περιοχή του. Για πρώτη φορά έπαιξε σε θεατρική παράσταση στα 11 του, ύστερα από επιμονή του δασκάλου του. Όπως αποκάλυψε ο ίδιος πολλά χρόνια μετά, δέχτηκε μόνο και μόνο επειδή του άρεσε ένα κορίτσι που έπαιζε στο έργο. Μην έχοντας σκεφτεί το ενδεχόμενο να ασχοληθεί με την υποκριτική, ο Νίσον θα αποπειραθεί να σπουδάσει φυσική και πληροφορική. Σύντομα θα εγκαταλείψει, όμως, τις σπουδές του και θα δουλέψει ως οδηγός φορτηγού.

Το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο θα το κάνει στα 27 του, με την ταινία «Pilgrim’s Progress» σε σκηνοθεσία του Κεν Άντερσον. Η επιτυχημένη του αυτή πρώτη απόπειρα, θα του ανοίξει τις πόρτες για μια καριέρα, που δεν είχε ποτέ φανταστεί. Αφού μετακόμισε στο Δουβλίνο, ξεκίνησε να συνεργάζεται με το Abbey Theater.

Δύο χρόνια μετά πρωταγωνίστησε στην ταινία του Τζον Μπούρμαν “Excalibur“, υποδυόμενος τον Sir Gawain –ρόλος που τον έφερε σε επαφή με το ευρύτερο κοινό. Η επιτυχία τού χτυπούσε την πόρτα και έτσι είχε έρθει η ώρα για τον Νίσον να εγκαταλείψει την Ιρλανδία και να εγκατασταθεί στο Λονδίνο. Στα τρία χρόνια της παραμονής του στη Μ. Βρετανία, ο 63χρονος ηθοποιός έπαιξε σε πέντε ταινίες –μεταξύ των οποίων “Μπάουντι” (“The Bounty”), και “Η αποστολή” (“The Mission”)– που σημείωσαν μεγάλη εμπορική επιτυχία, αναγκάζοντας τον Νίσον να σαλπάρει το 1987 για το Χόλυγουντ. Ακολούθησαν οι “Ύποπτοι” και το “Darkman, που αύξησαν ακόμα περισσότερο τη δημοφιλία του Βορειοιρλανδού.

Χρονιά-ορόσημο στην καριέρα του Νίσον, όμως, ήταν το 1993. Ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στην ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ “Η Λίστα του Σίντλερ έμελε να του αλλάξει για πάντα τη ζωή, χαρίζοντάς του τη μοναδική μέχρι σήμερα υποψηφιότητά του για Όσκαρ. Το παράδοξο, βέβαια, είναι ότι ο ίδιος ο Νίσον έχει παραδεχτεί δημόσια ότι δεν είναι καθόλου περήφανος γι’ αυτόν του τον ρόλο, δηλώνοντας, ωστόσο, ότι “πριν από τη “Λίστα του Σίντλερ” δεν θα πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσε μια ταινία να προκαλέσει κοινωνική αλλαγή”. Οι βραβεύσεις του όμως δεν σταματούν εδώ, καθώς τρία χρόνια μετά, με τον “Επαναστάτη” του Νιλ Τζόρνταν, θα αποσπάσει το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ της Βενετίας και θα προταθεί, επίσης, για τη Χρυσή Σφαίρα και το βραβείο καλύτερου ηθοποιού της Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου του Σικάγου.

Το 1994 θα παντρευτεί την Βρετανίδα ηθοποιό Νατάσα Ρίτσαρντσον, κόρη της Βανέσα Ρεντγκρέιβ, με την οποία θα αποκτήσει δύο γιους. Για τον Νίσον η δημιουργία οικογένειας ήταν πάντα όνειρο ζωής.

“Στο τέλος μιας δύσκολης μέρας, όταν είσαι στο σπίτι με την οικογένειά σου, κρεμάς τον ρόλο σου στην πόρτα σαν σακάκι και τον ξαναφοράς το επόμενο πρωί. Το να κάθεσαι στο τραπέζι για φαγητό με τους δικούς σου ανθρώπους και να συζητάς για το πώς κύλησε η μέρα σου, είναι ό,τι πιο σημαντικό για μένα”.

Με τον ρόλο του Γιάννη Αγιάννη στη μεταφορά του μυθιστορήματος του Βίκτορος Ουγκό “Οι Άθλιοι” θα κλέψει τις εντυπώσεις, ενώ το 2005 θα προσθέσει στη φαρέτρα του ακόμα μία Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία του στην ταινία “Kinsey”.

Το 2009, όμως, ο Νίσον θα δεχτεί ένα πολύ ισχυρό πλήγμα. Ύστερα από ένα σοβαρό ατύχημα, ενώ έκανε σκι, η γυναίκα του θα χάσει τη ζωή της. ‘Στη ζωή τα πάντα ανατρέπονται και αυτό που μέχρι πρότινος θεωρούσες δεδομένο, ξαφνικά χάνεται’, είχε δηλώσει σοκαρισμένος μετά τον χαμό της. Ο Νίσον βρήκε παρηγοριά στη δουλειά του.

‘Νομίζω ότι μέχρι στιγμής επέζησα, επειδή έβρισκα καταφύγιο στη δουλειά. Πάντα έτρεχα σε αυτή’.

Για να ξεπεράσει την απώλεια, ξεκίνησε να παίζει σε μια σειρά από καταιγιστικές περιπέτειες (“Taken“, “The Grey“, “Unknown“, “Non Stop κ.ά.). “Η δουλειά κρατά το μυαλό μου απασχολημένο. Είμαι καλύτερος όταν δουλεύω” είχε παραδεχθεί με πικρία, σε ερώτηση, που του είχε γίνει σχετικά με τη στροφή του στις περιπέτειες.

Σεμνός, συνειδητοποιημένος, μειλίχιος, ο Νίσον συνεχίζει τη μοναχική πορεία του με απαράμιλλη δύναμη ψυχής. Όταν δεν κάνει ταινίες, ξεκουράζεται πηγαίνοντας με τις ώρες για ψάρεμα ή ηρεμεί “χαζεύοντας τη μπογιά που στεγνώνει σε έναν φρεσκοβαμμένο τοίχο”

 

 

Φωτογραφία: mjhsbnn.com