Ανεξαρτήτως αν η ελληνική γλώσσα είναι μια από τις πλουσιότερες του κόσμου ή όχι, αδιαμφισβήτητα γοητεύει όταν κάποιος τη χειρίζεται σωστά. Οι τοπικές διάλεκτοι, οι ντοπιολαλιές της νεοελληνικής γλώσσας επηρεάστηκαν από τα γλωσσικά συστήματα γειτονικών λαών (π.χ. Ιταλία, Τουρκία, κ.α.), αλλά σιγά σιγά εγκαταλείπονται, εξαιτίας του σύγχρονου κοινωνικό-πολιτικού περιβάλλοντος.

Παραδείγματα αυτού του γλωσσικού πλούτου μπορούν να βρεθούν σε διάφορες περιοχές και πηγές. Αν στην Κρήτη σας πουν «στον αγιάερτο» και στη Ζάκυνθο «ούφου ντου λούφου» μάλλον δεν σας συμπαθούν πολύ, αφού σας στέλνουν στα τσακίδια. Αυτό μπορεί να συμβεί, γιατί είστε αντιπαθητικός ή «αζπόρ’στους» (Κοζάνη), «ανερούβαλος» (Κρήτη) και «βαρόστ’χους» (Μυτιλήνη).

Για τον χαζό, υπάρχει πλήθος λέξεων, όπως «ουγιαρμπές» (Χίος), «αβελίδος» (Ζάκυνθος), «γρόθος» (Κρήτη) και «μαννός» (Κύπρος). Στη Ζάκυνθο και τη Μυτιλήνη, ο «διάσκαντζος» είναι ο διαβολάκος ή ο πονηρός. Το ίδιο νόημα έχουν οι παρόμοιες  λέξεις «σιεηττάνης» και «σιαϊτάντ’ς» στην Κύπρο και την Κοζάνη, αντίστοιχα.

Εντούτοις, κάποιες φορές λέξεις, που μοιάζουν μεταξύ τους, μπορεί να οδηγήσουν σε παρεξηγήσεις. Στην Ελλάδα αν έχεις πολλές βίλες μάλλον θα σε ψάξει το ΣΔΟΕ. Στην Κύπρο, όμως, θα σε κοιτάξουν περίεργα γιατί «βίλλα» είναι το ανδρικό μόριο.  Η «βίλλα» στη Κοζάνη λέγεται «τσούρα», μια λέξη που στα κυπριακά σημαίνει κατσίκα. Ενώ, ένα κοπάδι από κατσίκες στην Κρήτη είναι ένα «κουράδι από μοσκούλες».

Πολλοί άνθρωποι του πνεύματος, που δεν είναι Έλληνες, θεωρούν πως η ελληνική γλώσσα είναι από τις ανώτερες μορφές γλώσσας, που έχει επινοήσει ποτέ το ανθρώπινο πνεύμα. Ο Βρετανός Π. Λ. Φέρμορ1 περιέγραψε τον τυπικό Ρωμιό στο πρόσωπο του Καραγκιόζη, που είναι «η επιτομή του κατατρεγμένου […] καταπιεσμένου ραγιά […] άλλοτε τολμηρός, άλλοτε δειλός, επιτήδειος, εύστροφος […] άστατος, πολυμήχανος, οξύθυμος […] ένας αξιαγάπητος […] Δαβίδ που τον κυκλώνουν πλήθος Γολιάθ». Και βέβαια ένας από τους κύριους παράγοντες, που συνετέλεσαν στη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας του Ρωμιού, είναι η δυναμική της ελληνικής γλώσσας.

Ο συγγραφέας Ν. Δήμου2, χρησιμοποιώντας τούρκικα, αλβανικά, ιταλικά και σλάβικα ουσιαστικά ονόματα, έλεγε για τον τυπικό Ρωμιό πως είναι «λεβέντης, μερακλής, τσίφτης, ασίκης, χουβαρντάς, ντόμπρος, μάγκας, βλάμης, μπεσαλής και καπάτσος […] άμα τον χτυπήσει ντέρτι και σεκλέτι, γίνεται μπεκρής και τον πονάει ο ντουνιάς!».

Η ελληνική γλώσσα είναι πλούσια και ζωντανή. Οι επιρροές από γειτονικούς λαούς, τη βοήθησαν να εξελιχθεί. Σήμερα αντιθέτως, τα γκρίκλις είναι παραφθορά και όχι πρόοδος της γλώσσας μας και πρέπει να αποφεύγονται. Η δε διάσωση του γλωσσικού μας πλούτου αποτελεί μέρος της προσπάθειας ανάδειξης και προώθησης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και όχι εξωραϊσμού του παρελθόντος.

 

 

Πηγές: 1 Fermor, P.L., (2009), Ρούμελη – Οδοιπορικό στη Βόρεια Ελλάδα, Κέδρος, Αθήνα, Ελλάδα. 2Δήμου, Ν., (2001), Ειρωνικό νεοελληνικό λεξικό, Πατάκης, Αθήνα, Ελλάδα

 

Φωτογραφία: defencenet.gr